λίμα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

λίμα¹

  • ˈli.ma

Sounds like λιμά

Where it comes from

λίμα < (άμεσο δάνειο) ιταλική lima < λατινική lima < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *lei-

noun λίμα · λίμες · λίμας · λιμών

  1. εργαλείο με μικρές οδοντωτές προεξοχές, που χρησιμεύει στη λείανση μεταλλικών ή ξύλινων επιφανειών και αντικειμένων, ή να λειαίνουμε τα νύχια των χεριών και των ποδιών (στο μανικιούρ/πεντικιούρ)
  2. familiar, figuratively, μεταφορικά, προφορικό φλυαρία ※ Έφυγα από το σπήτι μου με την πρόθεση να επισκεφθώ μιαν έκθεσιν ζωγραφικής κάποιου καλού μας καλλιτέχνη, όταν... ο φίλος που συναντούμε στο δρόμο για να μας αλλάξη το πρόγραμμα – όταν δεν μας αλλάζη τον αδόξαστο με τη λίμα του – με παρέσυρε σ' ένα φιλικό τσάϊ.
  3. figuratively, συνεκδοχικά φλύαρος

noun λίμα · λίμες · λίμας · λιμών

  1. familiar, προφορικό πείνα
  2. familiar, προφορικό λαιμαργία

Λίμα²

  • ˈli.ma

Sounds like λιμά

Where it comes from

Λίμα < άμεσο δάνειο από την ισπανική Lima

proper noun Λίμα · Λίμας

  1. η πρωτεύουσα του Περού

In English

  • file cutting or smoothing tool
  • Lima the capital city of Peru
  • nail file a file for shaping one's fingernails and toenails

Talk about this word

Cite this
MLA

"λίμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AF%CE%BC%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

λίμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AF%CE%BC%CE%B1

Chicago

"λίμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AF%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λίμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AF%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}