λίμα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
λίμα¹
- ˈli.ma
Sounds like λιμά
Where it comes from
λίμα < (άμεσο δάνειο) ιταλική lima < λατινική lima < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *lei-
noun λίμα · λίμες · λίμας · λιμών
- εργαλείο με μικρές οδοντωτές προεξοχές, που χρησιμεύει στη λείανση μεταλλικών ή ξύλινων επιφανειών και αντικειμένων, ή να λειαίνουμε τα νύχια των χεριών και των ποδιών (στο μανικιούρ/πεντικιούρ)
- φλυαρία ※ Έφυγα από το σπήτι μου με την πρόθεση να επισκεφθώ μιαν έκθεσιν ζωγραφικής κάποιου καλού μας καλλιτέχνη, όταν... ο φίλος που συναντούμε στο δρόμο για να μας αλλάξη το πρόγραμμα – όταν δεν μας αλλάζη τον αδόξαστο με τη λίμα του – με παρέσυρε σ' ένα φιλικό τσάϊ.
- φλύαρος
noun λίμα · λίμες · λίμας · λιμών
- πείνα
- λαιμαργία
Λίμα²
- ˈli.ma
Sounds like λιμά
Where it comes from
Λίμα < άμεσο δάνειο από την ισπανική Lima
proper noun Λίμα · Λίμας
- η πρωτεύουσα του Περού
In English
Talk about this word "λίμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AF%CE%BC%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. λίμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AF%CE%BC%CE%B1 "λίμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AF%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {λίμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AF%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}