λαγγεύω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
λαγγεύω
- laŋˈɟe.vo
Where it comes from
λαγγεύω < *(κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λαγγεύω < αρχαία ελληνική λαγγ(άζω) + -εύω
verb λαγγεύω · λάγγευα · λαγγέψω · λάγγεψα · λαγγεύομαι · λαγγεμένος
- καίω, καταστρέφω Γιατί είν' ο Μάρτης δίβουλος, ο μήνας που γελάει και που θυμώνει. Και φτονερός, τον κήπο τρόμαξε! Και λάγγεψε κάθε άνθισμά του και τ' απόκοψε. Κάθε χυμό τον πισωγύρισε, μες στο ταξίδι του. (Γιάννης Βλαχογιάννης, Λόγοι και αντίλογοι, 1925)
- αποχαυνώνομαι από ερωτική επιθυμία
Talk about this word "λαγγεύω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CF%8D%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. λαγγεύω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CF%8D%CF%89 "λαγγεύω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CF%8D%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {λαγγεύω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CF%8D%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}