λαγός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
λαγός¹
- laˈɣos
Sounds like Λάγος
Where it comes from
λαγός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λαγός < αρχαία ελληνική λαγ(ώς) + -ός
noun λαγός · λαγοί · λαγού · λαγών · λαγό · λαγούς
- τετράποδο θηλαστικό της οικογένειας των λαγοειδών με μικρό μέγεθος, δυνατά δόντια και μεγάλα όρθια αυτιά· ζει στην εξοχή, τρέφεται με χόρτα και βλαστάρια, αναπτύσσει μεγάλες ταχύτητες και θηρεύεται για το νόστιμο κρέας του
- ο δειλός άνθρωπος φοβάται σαν λαγός
- ψεύτικος λαγός που χρησιμοποιείται σε κυνοδρομίες για να ενθαρρυνθούν τα σκυλιά να τρέχουν, κυνηγώντας τον. Ο λαγός αυτός κινείται σε ράγα, με ταχύτητα που ορίζουν οι διοργανωτές της κυνοδρομίας ※ Στην κυνοδρομία τα σκυλιά που παίρνουν μέρος κυνηγούν ένα μηχανικό λαγό που τρέχει με ταχύτητα μεγαλύτερη απ’αυτήν που μπορούν να φτάσουν οι σκύλοι (Η μέριμνα των ζώων, Δημοτικό Σχολείο Περίστασης Πιερίας, τάξη Ε΄ (Πέμπτη), Ιούνιος 2003 http://users.sch.gr/organopoulos/pe_stin_pieria/2002%202003/d
- ο δρομέας που βοηθά δίνοντας ρυθμό σε άλλους δρομείς σε αγώνες μεσαίων και μεγάλων αποστάσεων ※ Σε έναν Μαραθώνιο οι δρομείς που αναλαμβάνουν καθήκοντα «λαγού» (pacemaker) συνήθως ολοκληρώνουν την αποστολή τους από το 21ο έως και το 30ο χιλιόμετρο. Μετά από αυτό το σημείο αποσύρονται από τον αγώνα ευελπιστώντας ότι ο ρυθμός που διατήρησαν κατά τη διάρκεια της συμμετοχής τους θα βοηθήσει τους
- παίκτης του Παναθηναϊκού (που φοβάται και τρέχει κατά το γίνομαι λαγός)
Λαγός²
Where it comes from
Λαγός < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Λαγός · Λαγοί · Λαγού · Λαγών · Λαγό · Λαγούς
- ανδρικό επώνυμο
In English
- hare animal
- jackrabbit large rabbit
Talk about this word "λαγός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. λαγός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CF%8C%CF%82 "λαγός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {λαγός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}