λαδιά

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

λαδιά¹

  • laˈðʝa

Where it comes from

λαδιά < λάδ(ι) + -ιά

noun λαδιά · λαδιές · λαδιάς · λαδιών

  1. λεκές που έγινε από λάδι ※ Πονούσε από τα χτυπήματα στο σώμα, αλλά αυτός το παλτό σκεφτόταν, πως το έκανε μαντάρα, και πως θα έπρεπε να το πάει στο καθαριστήριο , που σημαίνει ότι για μέρες θα κυκλοφορούσε με το κρύο χωρίς πανωφόρι, μόνο με το σακάκι. Χώρια που δεν ήταν σίγουρος αν θα έβγαινε η λαδιά από τη φασολάδα. (Κοσμά
  2. familiar, οικείο ενέργεια που αντιβαίνει στην ηθική ή το νόμο

adjective λαδιά · λαδιές · λαδιάς · λαδιών

  1. θηλυκό του λαδίς ※ Μόλις είχαν τελειώσει το βραδινό στο ακομοδέσιο, κι ο Αρίστος του έκανε νόημα να τον ακολουθήσει στην κουβέρτα. Φόρεσαν τις λαδιές νιτσεράδες και κάλυψαν τα κεφάλια με μάλλινα σκουφιά. (Βανέσα Αδαμοπούλου, Αθώοι στον έρωτα, 2011)

Λαδιά²

Where it comes from

Λαδιά < γενική ενικού του αρσενικού Λαδιάς

proper noun Λαδιά · Λαδιάς · Ladia

  1. γυναικείο επώνυμο

Talk about this word

Cite this
MLA

"λαδιά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

λαδιά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%AC

Chicago

"λαδιά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%AC.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λαδιά},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%AC},
  urldate = {2026-11-07}
}