ميكوين

λαθρέμπορος

Ελληνικά

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

λαθρέμπορος

  • laˈθɾem.bo.ɾos

من أين أتت

λαθρέμπορος < λαθρ(ο)- + -έμπορος

اسم λαθρέμπορος · λαθρέμποροι · λαθρέμπορου · λαθρεμπόρου · λαθρέμπορων · λαθρεμπόρων

  1. που διεξάγει λαθρεμπόριο (παράνομο εμπόριο), που εισάγει προϊόντα σε μια χώρα λαθραία ※ Αμέσως μου 'πιασε κουβέντα πως ήταν αρωματοποιός και πως είχε κάνει συνθέσεις δικές του, αλλ' ότι το μεγάλο εμπόριο αρωμάτων τον κατέστρεψε κι έτσι τον έπιασαν για λαθρέμπορο οινοπνεύματος. (Γιάννης Μανούσακας, Το χρονικό ενός αγώνα, τόμος 1, 1986, σελ. 129)

بالإنجليزية

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"λαθρέμπορος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CE%B8%CF%81%CE%AD%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

λαθρέμπορος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CE%B8%CF%81%CE%AD%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82

Chicago

"λαθρέμπορος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CE%B8%CF%81%CE%AD%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λαθρέμπορος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CE%B8%CF%81%CE%AD%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}