λαιμητόμος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
λαιμητόμος
- le.miˈto.mos
Where it comes from
λαιμητόμος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή λαιμητόμος (επίθετο) λαιμ(ός) + -η- + -τόμος ( < τέμνω) < αρχαία ελληνική λαιμοτόμος
noun λαιμητόμος · λαιμητόμοι · λαιμητόμου · λαιμητόμων · λαιμητόμο · λαιμητόμους
- ο μηχανισμός για την εκτέλεση καταδικασμένων σε θάνατο που αποτελείται από μία βάση μέσα στην οποία στερεώνεται το κεφάλι του μελλοθάνατου και μια μεγάλη λεπίδα που κατεβαίνει και του κόβει το κεφάλι ο Λουδοβίκος ο ΙΣΤ' και η γυναίκα του οδηγήθηκαν στη λαιμητόμο.
Similar: γκιλοτίνα, καρμανιόλα, τζελατίνα
Thesaurus
noun
Similar: γκιλοτίνα, καρμανιόλα, τζελατίνα
In English
- guillotine machine used for the application of capital punishment by decapitation
Talk about this word "λαιμητόμος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BC%CE%B7%CF%84%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. λαιμητόμος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BC%CE%B7%CF%84%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82 "λαιμητόμος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BC%CE%B7%CF%84%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {λαιμητόμος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BC%CE%B7%CF%84%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}