λανθασμένα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
λανθασμένα
Where it comes from
λανθασμένα < λανθασμένος
adverb λανθασμένα
- με λανθασμένο τρόπο ※ Το ίδιο έγινε και στην περίπτωση της οδού Αγίας Σοφίας, όπου οι ιδιοκτήτες καταστημάτων έβλεπαν με καλό μάτι το διπλοπαρκάρισμα, καθώς θεωρούσαν –λανθασμένα– ότι αυτό ευνοούσε την κατανάλωση στα καταστήματά τους. (Λεωνίδας Μακρής, Άρης Δημοκίδης, Γιάννης Μπουτάρης: Η πολιτική αλλιώς, εκδ. Πατάκης,
verb λανθασμένα
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του λανθασμένος
Thesaurus
In English
- incorrectly in an incorrect manner
- mistakenly wrongly
Talk about this word "λανθασμένα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%B8%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. λανθασμένα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%B8%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B1 "λανθασμένα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%B8%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {λανθασμένα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%B8%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}