λανολίνη
Ελληνικά
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
λανολίνη
- la.noˈli.ni
Από πού έρχεται
λανολίνη < (άμεσο δάνειο) γαλλική lanoline < λατινική lana (μαλλί) + oleum (έλαιο)
ουσιαστικό λανολίνη · λανολίνες · λανολίνης · λανολινών
- κηρώδης ουσία που εκκρίνεται από τους σμηγματογόνους αδένες των ζώων με μαλλί (π.χ. πρόβατα) και χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική
Στα αγγλικά
- lanolin greasy yellow substance
Συζήτησε αυτή τη λέξη "λανολίνη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%BD%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. λανολίνη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%BD%CE%B7 "λανολίνη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%BD%CE%B7.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {λανολίνη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%BD%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}