λατρεία
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
λατρεία
- laˈtɾi.a
Where it comes from
λατρεία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λατρεία (υπηρεσία στο θεό) < λατρεύω + -εία. Δείτε και το συνθετικό -λάτρ(ης) + -ία > -λατρία
noun λατρεία · λατρείες · λατρείας · λατρειών
- το σύνολο των θρησκευτικών πρακτικών που συνδέονται με την απόδοση τιμής προς μια θεότητα ※ Ἀπέναντι τῆς Μοίρας αὐτῆς δέν θά μποροῦσε νά ἀντιταχθεῖ παρά ἡ ψυχολατρία (manismus) καὶ ἡ ἐξευμενιστική λατρεία (θυσίες κλπ.) στοὺς «δαίμονες». Ένα σημαντικό βήμα γιὰ τὴ νόηση στάθηκε ἡ σύλληψη, ὁ ὁραματισμὸς τοῦ ἐξωτερικοῦ κόσμου ὡς ἑνιαίου ὀργανωμένου καὶ ἁρμονικοῦ Συνόλου (Νέα Εστία, τόμος 89,
- η πολύ μεγάλη αγάπη
- το πρόσωπο που λατρεύουμε είσαι η αγάπη μου, είσαι η λατρεία μου, είσαι το φως μου
In English
Talk about this word "λατρεία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. λατρεία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%B1 "λατρεία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {λατρεία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}