λατρεύω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

λατρεύω

  • laˈtɾe.vo

Where it comes from

λατρεύω < αρχαία ελληνική λατρεύω < λάτρις < λάτρον < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *leh₁y (παρέχω, κατέχω)

verb λατρεύω · λάτρευα · θα λατρεύω · να λατρεύω · λατρεύοντας

  1. αποδίδω τιμές και σεβασμό σε κάποια θεότητα οι αρχαίοι λάτρευαν την Αρτέμιδα ως θεά του φεγγαριού
  2. figuratively, μεταφορικά δείχνω θρησκευτική προσήλωση με κάποια αξία, ιδέα
  3. figuratively, μεταφορικά μου αρέσει κάτι πάρα πολύ ※ Οι ναυτικοί στα φορτηγά πάντα μια γάτα τρέφουν, που τη λατρεύουνε, χωρίς να ξέρουν το γιατί, κι αυτή, σαν απ' τη βάρδια τους σχολάνε κουρασμένοι, περήφανη στα πόδια τους θα τρέξει να τριφτεί.
  4. especially, ειδικότερα έχω έντονα, κατά βάση ερωτικά, αισθήματα για κάποιον Δεν την αγαπώ απλά, τη λατρεύω!

In English

  • love be strongly inclined towards doing — see also like, adore, into
  • adore worship
  • worship honor and adore, especially as a deity

Talk about this word

Cite this
MLA

"λατρεύω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B5%CF%8D%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

λατρεύω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B5%CF%8D%CF%89

Chicago

"λατρεύω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B5%CF%8D%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λατρεύω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B5%CF%8D%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}