λατρεύω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
λατρεύω
- laˈtɾe.vo
Where it comes from
λατρεύω < αρχαία ελληνική λατρεύω < λάτρις < λάτρον < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *leh₁y (παρέχω, κατέχω)
verb λατρεύω · λάτρευα · θα λατρεύω · να λατρεύω · λατρεύοντας
- αποδίδω τιμές και σεβασμό σε κάποια θεότητα οι αρχαίοι λάτρευαν την Αρτέμιδα ως θεά του φεγγαριού
- δείχνω θρησκευτική προσήλωση με κάποια αξία, ιδέα
- μου αρέσει κάτι πάρα πολύ ※ Οι ναυτικοί στα φορτηγά πάντα μια γάτα τρέφουν, που τη λατρεύουνε, χωρίς να ξέρουν το γιατί, κι αυτή, σαν απ' τη βάρδια τους σχολάνε κουρασμένοι, περήφανη στα πόδια τους θα τρέξει να τριφτεί.
- έχω έντονα, κατά βάση ερωτικά, αισθήματα για κάποιον Δεν την αγαπώ απλά, τη λατρεύω!
In English
Talk about this word "λατρεύω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B5%CF%8D%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. λατρεύω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B5%CF%8D%CF%89 "λατρεύω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B5%CF%8D%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {λατρεύω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B5%CF%8D%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}