λαφυραγωγώ
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
λαφυραγωγώ
Where it comes from
λαφυραγωγώ < (ελληνιστική κοινή) λαφυραγωγέω, -ῶ
verb λαφυραγωγώ
- παίρνω λάφυρα από τον αντίπαλο, αρπάζω αντικείμενα αξίας μετά από σύγκρουση Οι αντινατοϊκοί διαδηλωτές έβαλαν φωτιά σε ελαστικά στο κέντρο της πόλης, εκτόξευσαν βόμβες μολότοφ κατά των αστυνομικών, έσπασαν βιτρίνες και σε ορισμένες περιπτώσεις λαφυραγώγησαν το εσωτερικό των καταστημάτων. ("Σε πεδίο μάχης μετατράπηκε το Στρασβούργο", από την εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 5 Απριλίου
Similar: λεηλατώ, πλιατσικολογώ
Thesaurus
verb
Similar: λεηλατώ, πλιατσικολογώ
In English
Talk about this word "λαφυραγωγώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CF%86%CF%85%CF%81%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026. λαφυραγωγώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CF%86%CF%85%CF%81%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CF%8E "λαφυραγωγώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CF%86%CF%85%CF%81%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CF%8E.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {λαφυραγωγώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CF%86%CF%85%CF%81%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CF%8E},
urldate = {2026-11-07}
}