λαχείο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

λαχείο

  • laˈçi.o

Where it comes from

λαχείο < θέμα λαχ- ( < αρχαία ελληνική λαγχάνω) + -είο

noun λαχείο · λαχεία · λαχείου · λαχείων

  1. τυχερό παιχνίδι που οργανώνεται από έναν οργανισμό ή σύλλογο ή άλλη ομάδα ανθρώπων· ο διοργανωτής εκδίδει αριθμημένα δελτία τα οποία πωλούνται και στην συνέχεια γίνεται κλήρωση ενός ή περισσότερων τυχερών αριθμών που κερδίζουν δώρα ή χρηματικά ποσά ≈ συνώνυμα: λαχειοφόρος αγορά
  2. μετωνυμία αριθμημένο δελτίο που έχει εκδοθεί στο πλαίσιο ενός τέτοιου τυχερού παιχνιδιού ≈ συνώνυμα: λαχνός
  3. figuratively, μεταφορικά ανέλπιστη τύχη

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"λαχείο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

λαχείο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF

Chicago

"λαχείο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λαχείο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}