λαϊκισμός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

λαϊκισμός

Where it comes from

λαϊκισμός < λαϊκ(ός) + -ισμός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική populism)

noun λαϊκισμός · λαϊκισμοί · λαϊκισμού · λαϊκισμών · λαϊκισμό · λαϊκισμούς

  1. πολιτική σύστημα ιδεών και πολιτικών πρακτικών που θεωρεί πως ο λαός είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης από μικρές προνομιούχες ομάδες (ελίτ) και προτείνει διεκδικητικούς αγώνες για την ανατροπή αυτής της κατάστασης και την επανάκτηση των λαϊκών δικαιωμάτων
  2. offensive, μειωτικό πολιτική ιδεολογία και πρακτική που επικαλείται τα συμφέροντα των απλών ανθρώπων και χρησιμοποιεί την κολακεία του λαού, ώστε να τον παρασύρει σε επιλογές που φαίνονται να είναι υπέρ του, ενώ στην πραγματικότητα είναι εναντίον του

Similar: ποπουλισμός, δημαγωγία · Opposite: λαϊκότητα

Thesaurus

In English

  • populism a political doctrine or philosophy

Talk about this word

Cite this
MLA

"λαϊκισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

λαϊκισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"λαϊκισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λαϊκισμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}