λαϊκός
Ελληνικά
AI Pe înțelesul tuturor
Se scrie o scurtă explicație…
Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.
λαϊκός¹
- la.iˈkos
De unde vine
λαϊκός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή λαϊκός < αρχαία ελληνική λαός, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική populaire
adjectiv λαϊκός · λαϊκή · λαϊκό · λαϊκού · λαϊκής
- που προέρχεται από το λαό ή ανήκει ή αναφέρεται σε αυτόν λαϊκή κυριαρχία (η κυριαρχία που ανήκει στο σύνολο του λαού)
- που δεν ανήκει στον κλήρο
substantiv λαϊκός · λαϊκή · λαϊκό · λαϊκού · λαϊκής
- ο μη κληρικός, που δεν έχει χειροτονηθεί σε κανένα βαθμό ιεροσύνης
Λαϊκός²
De unde vine
Λαϊκός < → λείπει η ετυμολογία
substantiv propriu Λαϊκός · Λαϊκοί · Λαϊκού · Λαϊκών · Λαϊκό · Λαϊκούς
- ανδρικό επώνυμο
În engleză
Discută despre acest cuvânt "λαϊκός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. λαϊκός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CF%8C%CF%82 "λαϊκός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CF%8C%CF%82.Citează
@misc{micwyn_2026,
title = {λαϊκός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}