λαός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
λαός¹
- laˈos
Where it comes from
λαός < αρχαία ελληνική λαός < πρωτοελληνική *lāwós < (ίσως) πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *leh₂wos (ένοπλος) < *leh₂- (στρατιωτική ενέργεια)
noun λαός · λαοί · λαού · λαών · λαό · λαούς
- ένα έθνος με την ξεχωριστή πολιτιστική του φυσιογνωμία και ταυτότητα ※ Το πρόβλημα της προέλευσης των Βλάχων δεν έχει παρά μόνο τις εξής διαστάσεις: σε ποιούς λαούς, με τι τρόπο, σε ποια έκταση, σε ποια ιστορική περίοδο και σε τι βαθμό υπήρξε γλωσσικός εκλατινισμός, για πόση χρονική διάρκεια και για ποιους λόγους. (Γιώργης Έξαρχος, Αχιλλεύς Λαζάρου, Οι Ελληνοβλάχοι (
- το κυβερνώμενο τμήμα ενός κράτους, σε αντίθεση με τους άρχοντες, αλλά και το τμήμα αυτό από το οποίο, όταν υπάρχει δημοκρατία, απορρέουν όλες οι εξουσίες
- τα κατώτερα στρώματα μιας κοινωνίας, κατώτερα από οικονομική άποψη και από άποψη γοήτρου· στην περίπτωση αυτή ο λαός διακρίνεται από την αριστοκρατία, από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα
- οι πρώτοι άνθρωποι μετά το κατακλυσμό του Δευκαλίωνα στη Μυθολογία
noun λαός · λαοί · λαού · λαών · λαό · λαούς
- ο λαγός
Λαός²
Where it comes from
Λαός < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Λαός · Λαοί · Λαού · Λαών · Λαό · Λαούς
- ανδρικό επώνυμο
In English
- people a group of persons forming or belonging to a particular nation etc.
- commonalty common people
Talk about this word "λαός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. λαός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CF%8C%CF%82 "λαός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {λαός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}