λαύρα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

λαύρα¹

  • ˈla.vɾa

Where it comes from

λαύρα (1) < μεσαιωνική ελληνική λαύρα < αρχαία ελληνική λαύρα

: λαύρα (2) < αρχαία ελληνική λαύρα

: λαύρα (3) < μεσαιωνική ελληνική λάβρα < αρχαία ελληνική λάβρος

noun λαύρα · λαύρες · λαύρας · λαυρών

  1. θρησκεία μοναστήρι με ρυθμιστικό καθεστώς ιδιορρυθμίας, στο οποίο ο κάθε μοναχός ζει στο δικό του κελί
  2. dated, παρωχημένο διάδρομος, ρύμη, στενωπός
  3. rare, σπάνιο άλλη γραφή του λάβρα

Λαύρα²

Where it comes from

Λαύρα < → λείπει η ετυμολογία / γενική ενικού του αρσενικού Λαύρας

proper noun Λαύρα · Layra

  1. γυναικείο όνομα
  2. γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Λαύρας)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"λαύρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CF%8D%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

λαύρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CF%8D%CF%81%CE%B1

Chicago

"λαύρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CF%8D%CF%81%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λαύρα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B1%CF%8D%CF%81%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}