λεκάνη
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
λεκάνη¹
- leˈka.ni
Where it comes from
λεκάνη < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λεκάνη
noun λεκάνη · λεκάνες · λεκάνης · λεκανών
- ανοιχτό φαρδύ δοχείο με επίπεδη βάση από πλαστικό, μέταλλο ή ξύλο που χρησιμοποιείται για το άπλωμα των ρούχων, μεταφορά νερού, ζύμωμα και άλλες δουλειές του νοικοκυριού
- κεραμικό δοχείο προσαρμοσμένο στο έδαφος, για την ούρηση και την αφόδευση
- μεγάλο σύνθετο οστό που αποτελείται από το ιερόν οστούν, τον κόκκυγα, τα δύο λαγόνια και τα δύο ισχιακά οστά· η διάταξη αυτή σχηματίζει μια μεγάλη κοιλότητα στη βάση του κορμού που κλείνει μπροστά στην ηβική σύμφυση και ενώνεται προς τα πάνω με τη σπονδυλική στήλη και προς τα κάτω με τους μηρούς βλέπε και πύελος
- μεγάλη υπέργεια ή υποθαλάσσια έκταση που περιβάλλεται από υψώματα λεκάνη απορροής
Λεκάνη²
Where it comes from
Λεκάνη < γενική ενικού του αρσενικού Λεκάνης
proper noun Λεκάνη · Λεκάνης · Lekani
- γυναικείο επώνυμο
In English
Talk about this word "λεκάνη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CE%AC%CE%BD%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. λεκάνη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CE%AC%CE%BD%CE%B7 "λεκάνη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CE%AC%CE%BD%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {λεκάνη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CE%AC%CE%BD%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}