Μίκουιν

λεξικογραφία

Ελληνικά

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

λεξικογραφία

  • le.ksi.ko.ɣɾaˈfi.a

Από πού έρχεται

λεξικογραφία < λόγιο ενδογενές δάνειο: (λόγιο δάνειο) γαλλική lexicographie < lexicograph(e) (< ελληνιστική κοινή λεξικογράφος) + -ie (-ία). Αναλύεται σε λεξικο- + -γραφία.

ουσιαστικό λεξικογραφία · λεξικογραφίες · λεξικογραφίας · λεξικογραφιών

  1. η ασχολία του λεξικογράφου, η σύνταξη ενός λεξικού

Στα αγγλικά

  • lexicography art or craft of compiling, writing, and editing dictionaries

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"λεξικογραφία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

λεξικογραφία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1

Chicago

"λεξικογραφία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λεξικογραφία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}