λεξιπλασία
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
λεξιπλασία
- le.ksi.plaˈsi.a
Where it comes from
λεξιπλασία < λεξι- + -πλασία (νεολογισμός) του τέλους του 20 αιώνα → λείπει η ετυμολογία
noun λεξιπλασία · λεξιπλασίες · λεξιπλασίας · λεξιπλασιών
- η δημιουργία νέων λέξεων
- γλωσσικός τύπος που εφευρίσκεται από τον ομιλητή ή γράφοντα συνειδητά ή τυχαία σε μία μόνον συγκυρία είτε επειδή δεν θυμάται τον κανονικό τύπο, είτε επειδή ελλείπει ο ζητούμενος τύπος η κόρη της φίλης μου κάθισε στο πιάνο και μου ζήτησε να βάλω στο αναλόγιο ένα 'διαβάσιμο' (το 'διαβάσιμο' ήταν λεξιπλασία του παιδιού, καθώς αγνοούσε τη λέξη παρτιτούρα)
- δημιουργία νέας λέξης, με ή χωρίς σημασία :Κατηγορία:Λέξεις χωρίς νόημα (νέα ελληνικά)
Similar: γλωσσοπλασία
Thesaurus
noun
Similar: γλωσσοπλασία
In English
- nonce word word invented for the occasion
Talk about this word "λεξιπλασία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%B9%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. λεξιπλασία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%B9%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1 "λεξιπλασία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%B9%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {λεξιπλασία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%B9%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}