λεξιπλασία

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

λεξιπλασία

  • le.ksi.plaˈsi.a

Where it comes from

λεξιπλασία < λεξι- + -πλασία (νεολογισμός) του τέλους του 20 αιώνα → λείπει η ετυμολογία

noun λεξιπλασία · λεξιπλασίες · λεξιπλασίας · λεξιπλασιών

  1. η δημιουργία νέων λέξεων
  2. γλωσσολογία γλωσσικός τύπος που εφευρίσκεται από τον ομιλητή ή γράφοντα συνειδητά ή τυχαία σε μία μόνον συγκυρία είτε επειδή δεν θυμάται τον κανονικό τύπο, είτε επειδή ελλείπει ο ζητούμενος τύπος η κόρη της φίλης μου κάθισε στο πιάνο και μου ζήτησε να βάλω στο αναλόγιο ένα 'διαβάσιμο' (το 'διαβάσιμο' ήταν λεξιπλασία του παιδιού, καθώς αγνοούσε τη λέξη παρτιτούρα)
  3. λογοτεχνία δημιουργία νέας λέξης, με ή χωρίς σημασία :Κατηγορία:Λέξεις χωρίς νόημα (νέα ελληνικά)

Similar: γλωσσοπλασία

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"λεξιπλασία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%B9%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

λεξιπλασία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%B9%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1

Chicago

"λεξιπλασία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%B9%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λεξιπλασία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%B9%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}