λεπτό
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
λεπτό
Where it comes from
λεπτό < ελληνιστική κοινή λεπτόν < αρχαία ελληνική λεπτός
noun λεπτό · λεπτά · λεπτού · λεπτών
- υποδιαίρεση της μονάδας μέτρησης του χρόνου ίση με το ένα εξηκοστό της ώρας
- υποδιαίρεση νομίσματος ίση με το ένα εκατοστό, αρχικά, της δραχμής και, στη συνέχεια, του ευρώ
- υποδιαίρεση της μονάδας μέτρησης της γωνίας του κύκλου ίση με το ένα εξηκοστό της μοίρας
In English
Talk about this word "λεπτό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CF%80%CF%84%CF%8C. Accessed 6 Nov. 2026. λεπτό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CF%80%CF%84%CF%8C "λεπτό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CF%80%CF%84%CF%8C.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {λεπτό},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CF%80%CF%84%CF%8C},
urldate = {2026-11-06}
}