λευκοπλάστης
Ελληνικά · Συνώνυμα και αντώνυμα
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
λευκοπλάστης
- lef.koˈpla.stis
Από πού έρχεται
λευκοπλάστης < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική leucoplaste < αρχαία ελληνική λευκός (λευκο-) + πλάστης (δείτε τη Συζήτηση:λευκοπλάστης)
ουσιαστικό λευκοπλάστης · λευκοπλάστες · λευκοπλάστη · λευκοπλαστών
- είδος ταινίας που την κολλάνε στο δέρμα, για να συγκρατηθεί κάποιος επίδεσμος ή και για άλλους λόγους ※ Η εμπορική επωνυμία (μάρκα, ελληνική ή ξένη) ορισμένων προϊόντων έχει γίνει κανονική ονομασία για όλα τα ομοειδή προϊόντα, ακόμα και για όσα δεν παράγονται από τον κατασκευαστή που φέρει αυτή την επωνυμία: π.χ. το αφρολέξ, το κρισκράφτ (<Chris Craft), ο λευκοπλάστης (<Leukoplast), το μπικ (<Bic) (
-
ο λευκοπλάστης με τμήμα γάζας, το χανζαπλάστ
Παρόμοιες: τσιρότο, ταχυεπίδεσμος, τραυμαπλάστ
- είδος πλαστιδίου, μέσα στο οποίο σχηματίζονται οι αμυλόκοκκοι υπώνυμα: αμυλοπλάστης, ελαιοπλάστης, πρωτεϊνοπλάστης
Στα αγγλικά
- band-aid adhesive bandage
Συζήτησε αυτή τη λέξη "λευκοπλάστης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CF%85%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. λευκοπλάστης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CF%85%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82 "λευκοπλάστης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CF%85%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {λευκοπλάστης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CF%85%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}