λεύκα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

λεύκα¹

  • ˈlef.ka

Where it comes from

λεύκα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λεύκη

noun λεύκα · λεύκες · λεύκας · λευκών

  1. δέντρο φυλλοβόλο δένδρο, με ωοειδή φύλλα και λευκό κορμό που αναπτύσσει μεγάλο ύψος· τα άνθη της σχηματίζουν κρεμαστές ταξιανθίες ιούλων και οι καρποί τους καλύπτονται από λευκό χνούδι ※ στους λόφους του Βοσπόρου δεν υπάρχουν ελιές, ενώ τα κωνοφόρα είναι λιγοστά. Τους σκεπάζει ένα πυκνό χαλί από δέντρα όλων των ειδών. Βελανιδιές, καστανιές, συκιές, οξιές, λεύκες, μανόλιες, φτελιές, και φλαμουριές σκεπάζουν τους λόφους και τις κοιλάδες φτάνοντας μέχρι το νερό (Αλέξανδρος Μασσαβέτας

Λεύκα²

  • ˈlef.ka

Where it comes from

Λεύκα < λεύκα

proper noun Λεύκα · Λεύκες · Λεύκας · Λευκών

  1. ονομασία οικισμών και τοπωνυμίων της Ελλάδας
  2. οικισμός της Κύπρου, στο κατεχόμενο από τους Τούρκους τμήμα της Επαρχίας Λευκωσίας → δείτε και Λευκά ή Λέουκα
  3. γυναικείο όνομα

In English

  • elm tree of genus Ulmus
  • poplar any of various deciduous trees of the genus Populus

Talk about this word

Cite this
MLA

"λεύκα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CE%BA%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

λεύκα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CE%BA%CE%B1

Chicago

"λεύκα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CE%BA%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λεύκα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CE%BA%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}