λεύκη

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

λεύκη¹

  • ˈlef.ci

Sounds like λευκή

Where it comes from

λεύκη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λεύκη < λευκός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *lewk- (λαμπρός)

noun λεύκη · λεύκες · λεύκης · λευκών

  1. ιατρική δερματική πάθηση που συνίσταται στην εμφάνιση λευκών κηλίδων σε ένα ή σε περισσότερα σημεία του δέρματος ※ Οι λευκές κηλίδες, ως αποτέλεσμα του σταδιακού αποχρωματισμού, είναι πρόβλημα για όσους πάσχουν από λεύκη (περίπου το 1%-2% του παγκόσμιου πληθυσμού, γύρω στα 40-50 εκατομμύρια άνθρωποι). (* εφημεδίρα Το Βήμα)
  2. formal, δέντρο, λόγιο η λεύκα

Λεύκη²

Where it comes from

Λεύκη < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Λεύκη

  1. ονομασία οικισμών της Ελλάδας

In English

  • vitiligo patchy loss of skin pigmentation

Talk about this word

Cite this
MLA

"λεύκη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CE%BA%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

λεύκη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CE%BA%CE%B7

Chicago

"λεύκη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CE%BA%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λεύκη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CE%BA%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}