λεύκωμα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

λεύκωμα

Where it comes from

λεύκωμα < αρχαία ελληνική λεύκωμα

noun λεύκωμα · λευκώματα · λευκώματος · λευκωμάτων

  1. βιβλίο με λευκές σελίδες που περιέχει εικόνες/φωτογραφίες κι είναι συνήθως ειδικής εκδόσεως, περιλαμβάνοντας κείμενα όπως μαρτυρίες, σχόλια, κρίσεις και περιγραφές περί συγκεκριμένων θεμάτων, γεγονότων, τόπων, επιφανών προσώπων, ιστορικών κ.λπ.
  2. especially, ειδικότερα τετράδιο όπου γράφουν φιλικά του πρόσωπα σύντομες αφιερώσεις και καλές ευχές προς τον κάτοχό του
  3. βιοχημεία σύνθετη οργανική ένωση, θρεπτική ουσία των κυττάρων

    Similar: πρωτεΐνη

  4. especially, ειδικότερα το ασπράδι του αβγού
  5. ιατρική θαμπή λευκή κηλίδα ευρισκομένη στον κερατοειδή του οφθαλμού εξαιτίας νόσου ή τραύματος
  6. rare, σπάνιο η λευκωματουρία ή πρωτεϊνουρία

In English

  • egg white clear fluid part of an egg surrounding the yolk; white of a particular egg
  • leucoma opaque area or scar on the cornea of an eye

Talk about this word

Cite this
MLA

"λεύκωμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CE%BA%CF%89%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

λεύκωμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CE%BA%CF%89%CE%BC%CE%B1

Chicago

"λεύκωμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CE%BA%CF%89%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λεύκωμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CE%BA%CF%89%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}