λεύκωμα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
λεύκωμα
Where it comes from
λεύκωμα < αρχαία ελληνική λεύκωμα
noun λεύκωμα · λευκώματα · λευκώματος · λευκωμάτων
- βιβλίο με λευκές σελίδες που περιέχει εικόνες/φωτογραφίες κι είναι συνήθως ειδικής εκδόσεως, περιλαμβάνοντας κείμενα όπως μαρτυρίες, σχόλια, κρίσεις και περιγραφές περί συγκεκριμένων θεμάτων, γεγονότων, τόπων, επιφανών προσώπων, ιστορικών κ.λπ.
- τετράδιο όπου γράφουν φιλικά του πρόσωπα σύντομες αφιερώσεις και καλές ευχές προς τον κάτοχό του
-
σύνθετη οργανική ένωση, θρεπτική ουσία των κυττάρων
Similar: πρωτεΐνη
- το ασπράδι του αβγού
- θαμπή λευκή κηλίδα ευρισκομένη στον κερατοειδή του οφθαλμού εξαιτίας νόσου ή τραύματος
- η λευκωματουρία ή πρωτεϊνουρία
In English
Talk about this word "λεύκωμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CE%BA%CF%89%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. λεύκωμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CE%BA%CF%89%CE%BC%CE%B1 "λεύκωμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CE%BA%CF%89%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {λεύκωμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CE%BA%CF%89%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}