ληστής
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ληστής¹
- liˈstis
Where it comes from
ληστής < αρχαία ελληνική λῃστής και ληϊστής (ιωνικός τύπος )
noun ληστής · ληστές · ληστή · ληστών
- το άτομο που κάνει ληστεία ※ Το γεγονός ότι όσα χρόνια κι αν περάσουν ο Καταλανός αμυντικός πίνεται μονορούφι από τις χιλιάδες των fans του. Αυτές ίσως τον μάτιασαν και έτσι την προηγούμενη εβδομάδα ληστές εισέβαλαν στο σπίτι του στη Βαρκελώνη και το έκαναν καλοκαιρινό. (Η σέξι 11άδα του Μουντιάλ, Πρώτο Θέμα, 13/06/2018 https
- το μέλος μιας συμμορίας που δρούσε στην ύπαιθρο, ληστεύοντας ή απάγοντας περαστικούς
- το άτομο που αποκτά χρήματα με αισχροκέρδεια
Ληστής²
Where it comes from
Ληστής < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Ληστής · Ληστή · Listis
- ανδρικό επώνυμο
In English
- robber one who robs
- bandit one who robs others
- highwayman person who robbed travelers on roads
Talk about this word "ληστής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B7%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ληστής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B7%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82 "ληστής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B7%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ληστής},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B7%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}