ληστεία

Ελληνικά

AI Em palavras simples

Escrevendo uma explicação curta…

Escrito por uma IA da casa a partir do verbete abaixo, no seu idioma. A fonte é o próprio verbete.

ληστεία

De onde vem

ληστεία < αρχαία ελληνική λῃστεία < λῃστεύω < λῃστής < λῄζομαι / ληΐζομαι < ληΐς < πρωτοελληνική *lāwíts < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *leh₂wíds < *leh₂w- (αρπάζω, κερδίζω)

substantivo ληστεία · ληστείες · ληστείας · ληστειών

  1. νομικός όρος αφαίρεση ξένης κινητής περιουσίας με χρήση ή απειλή φυσικής ή ψυχολογικής βίας, με σκοπό τον ιδιοτελή σφετερισμό
  2. broadly, κατ’ επέκταση η συστηματική δράση ληστών ως κοινωνικό ή εγκληματολογικό φαινόμενο
  3. figuratively, μεταφορικά πράξη υπερβολικής εκμετάλλευσης ή άδικης αποκόμισης οφέλους σε βάρος άλλων
  4. ιστορία, Τουρκοκρατία η παρατεταμένη παρουσία και ενέργεια ένοπλων ληστών σε αγροτικές ή ημιορεινές περιοχές, ιδίως σε εποχές κρατικής αδυναμίας

Em inglês

Conversar sobre esta palavra

Citar
MLA

"ληστεία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B7%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ληστεία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B7%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%AF%CE%B1

Chicago

"ληστεία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B7%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ληστεία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B7%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}