ληστεία
Ελληνικά
AI Em palavras simples
Escrevendo uma explicação curta…
Escrito por uma IA da casa a partir do verbete abaixo, no seu idioma. A fonte é o próprio verbete.
ληστεία
De onde vem
ληστεία < αρχαία ελληνική λῃστεία < λῃστεύω < λῃστής < λῄζομαι / ληΐζομαι < ληΐς < πρωτοελληνική *lāwíts < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *leh₂wíds < *leh₂w- (αρπάζω, κερδίζω)
substantivo ληστεία · ληστείες · ληστείας · ληστειών
- αφαίρεση ξένης κινητής περιουσίας με χρήση ή απειλή φυσικής ή ψυχολογικής βίας, με σκοπό τον ιδιοτελή σφετερισμό
- η συστηματική δράση ληστών ως κοινωνικό ή εγκληματολογικό φαινόμενο
- πράξη υπερβολικής εκμετάλλευσης ή άδικης αποκόμισης οφέλους σε βάρος άλλων
- η παρατεταμένη παρουσία και ενέργεια ένοπλων ληστών σε αγροτικές ή ημιορεινές περιοχές, ιδίως σε εποχές κρατικής αδυναμίας
Em inglês
- robbery act or practice of robbing
Conversar sobre esta palavra "ληστεία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B7%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ληστεία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B7%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%AF%CE%B1 "ληστεία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B7%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%AF%CE%B1.Citar
@misc{micwyn_2026,
title = {ληστεία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B7%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}