λιάνα
Ελληνικά
AI 쉬운 말로
짧은 설명을 쓰는 중…
아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.
Λιάνα¹
- ˈʎa.na
발음이 같은 말 λιανά
어원
Λιάνα < Στυλιάνα ή Βασιλειάννα ή …
고유 명사 Λιάνα · Λιάνες · Λιάνας
- γυναικείο όνομα
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Λιάνας)
λιάνα²
- ˈʎana
발음이 같은 말 λιανά
어원
λιάνα < αγγλική liana < γαλλική liane
명사 λιάνα · λιάνες · λιάνας
- μακρόστενο ξυλώδες φυτό που αναρριχάται με τη βοήθεια παρακείμενων φυτών αναζητώντας ηλιακό φως ※ Τα μουσκεμμένα τα φυτά με τα μεγάλα φύλλα / Χαίρονται σαν άνθρωποι και πίνουν διψασμένα / Οι μπανανιές τα μπαομπάμπ οι λιάνες τα δενδρύλια / Την μπόρα υποδέχονται σαν νάταν σωτηρία (Νάνος Βαλαωρίτης, Ο έγχρωμος στυλογράφος, εκδόσεις Δωδώνη 1986, σελ. 110)
영어로
- liana climbing woody vine
이 단어에 대해 이야기하기 "λιάνα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. λιάνα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%B1 "λιάνα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%B1.인용하기
@misc{micwyn_2026,
title = {λιάνα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}