Μίκουιν

λιανέμπορος

Ελληνικά · Συνώνυμα και αντώνυμα

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

λιανέμπορος

  • ʎaˈnem.bo.ɾos

Από πού έρχεται

λιανέμπορος < λιαν(ός) + -έμπορος

ουσιαστικό λιανέμπορος · λιανέμποροι · λιανέμπορου · λιανεμπόρου · λιανέμπορων · λιανεμπόρων

  1. επάγγελμα που ασχολείται με το λιανεμπόριο

Παρόμοιες: λιανοπωλητής · Αντίθετο: χοντρέμπορος, χονδρέμπορος

Συνώνυμα και αντώνυμα

ουσιαστικό

Παρόμοιες: λιανοπωλητής · Αντίθετο: χοντρέμπορος, χονδρέμπορος

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"λιανέμπορος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 8 Nov. 2026.

APA

λιανέμπορος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 8, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82

Chicago

"λιανέμπορος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 8, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λιανέμπορος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-08}
}