Μίκουιν

λιβιδινικός

Ελληνικά · Συνώνυμα και αντώνυμα

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

λιβιδινικός

Από πού έρχεται

λιβιδινικός < → λείπει η ετυμολογία

επίθετο λιβιδινικός · λιβιδινική · λιβιδινικό · λιβιδινικού · λιβιδινικής

  1. που χαρακτηρίζεται από σεξουαλική, ερωτική ορμή ή διάθεση

Παρόμοιες: λάγνος, φιλήδονος

Συνώνυμα και αντώνυμα

επίθετο

Παρόμοιες: λάγνος, φιλήδονος

Στα αγγλικά

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"λιβιδινικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CE%B2%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

λιβιδινικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CE%B2%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"λιβιδινικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CE%B2%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λιβιδινικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CE%B2%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}