λιγούρης

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

λιγούρης¹

Where it comes from

λιγούρης < λιγούρα + -ης < λιγώνω < ελληνιστική κοινή ὀλιγόω / ὀλιγῶ < αρχαία ελληνική ὀλίγος

noun λιγούρης · λιγούρηδες · λιγούρη · λιγούρηδων

  1. αυτός που ορέγεται κάτι (φαγητό) έντονα
  2. offensive, μειωτικό ο πεινάλας
  3. figuratively, μεταφορικά ο πάμφτωχος ή αυτός που αποζητά να εκμεταλλευτεί κάθε υποψία ευκαιρίας για οικονομικό όφελος ή κέρδος (από τρίτους ή καταστάσεις), ενίοτε με μηδαμινό ή δίχως κανένα αντάλλαγμα μαζεύεται ο κάθε λιγούρης να δει τι θα προλάβει ν' αρπάξει απ' το ξεπούλημα
  4. figuratively, offensive, μεταφορικά, μειωτικό ο στερημένος οικονομικά ή σεξουαλικά κοίτα τον λιγούρη πώς κοιτάει τις κοπελίτσες

Λιγούρης²

Where it comes from

Λιγούρης < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Λιγούρης · Λιγούρηδες · Λιγούρη · Λιγούρηδων

  1. ανδρικό επώνυμο

Talk about this word

Cite this
MLA

"λιγούρης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

λιγούρης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B7%CF%82

Chicago

"λιγούρης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λιγούρης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}