λιγούρης
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
λιγούρης¹
Where it comes from
λιγούρης < λιγούρα + -ης < λιγώνω < ελληνιστική κοινή ὀλιγόω / ὀλιγῶ < αρχαία ελληνική ὀλίγος
noun λιγούρης · λιγούρηδες · λιγούρη · λιγούρηδων
- αυτός που ορέγεται κάτι (φαγητό) έντονα
- ο πεινάλας
- ο πάμφτωχος ή αυτός που αποζητά να εκμεταλλευτεί κάθε υποψία ευκαιρίας για οικονομικό όφελος ή κέρδος (από τρίτους ή καταστάσεις), ενίοτε με μηδαμινό ή δίχως κανένα αντάλλαγμα μαζεύεται ο κάθε λιγούρης να δει τι θα προλάβει ν' αρπάξει απ' το ξεπούλημα
- ο στερημένος οικονομικά ή σεξουαλικά κοίτα τον λιγούρη πώς κοιτάει τις κοπελίτσες
Λιγούρης²
Where it comes from
Λιγούρης < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Λιγούρης · Λιγούρηδες · Λιγούρη · Λιγούρηδων
- ανδρικό επώνυμο
Talk about this word "λιγούρης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. λιγούρης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B7%CF%82 "λιγούρης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {λιγούρης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}