λιγότερος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

λιγότερος

  • liˈɣo.te.ɾos

Where it comes from

λιγότερος < λιγ-ότερος, συγκριτικός βαθμός του λίγος

adjective λιγότερος · λιγότερη · λιγότερο · λιγότερου · λιγότερης

  1. που έχει μικρότερη ποσότητα από κάποιον ή κάτι άλλο ※ Όταν θνήσκει ο άλλος, θνήσκει και ένα κομμάτι του εαυτού μας. Θνήσκει το κομμάτι της τρέχουσας καθημερινότητας και ο μελλοντικός εαυτός μας, δηλαδή οι προσδοκίες που είχαμε για όσα θα ζούσαμε μαζί και αυτοί που θα γινόμασταν μαζί, ο ένας για χάρη του άλλου. Γι’ αυτούς τους λόγους με κάθε απώλεια α

In English

  • fewer comparative of few; a smaller number
  • less smaller number of

Talk about this word

Cite this
MLA

"λιγότερος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CE%B3%CF%8C%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

λιγότερος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CE%B3%CF%8C%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82

Chicago

"λιγότερος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CE%B3%CF%8C%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λιγότερος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CE%B3%CF%8C%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}