λιθογραφία

Ελληνικά

AI En termes simples

Rédaction d'une courte explication…

Écrit par une IA maison à partir de l'entrée ci-dessous, dans votre langue. La source, c'est l'entrée elle-même.

λιθογραφία

  • li.θo.ɣraˈfi.a

D'où il vient

λιθογραφία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική lithographie < αρχαία ελληνική λίθος + γράφω. Μορφολογικά, λιθο- + -γραφία

nom λιθογραφία · λιθογραφίες · λιθογραφίας · λιθογραφιών

  1. τυπογραφία η τέχνη της αναπαραγωγής έντυπου υλικού με τη χρήση πέτρας, νερού, λιπαντικού και μελανιού
  2. τυπογραφία το έργο που έχει αναπαραχθεί μέσω της λιθογραφία (1)
  3. τυπογραφία σύγχρονη μορφή τυπογραφίας της οποίας η τεχνική προέρχεται από την λιθογραφία (1)

En anglais

Parler de ce mot

Citer
MLA

"λιθογραφία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CE%B8%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

λιθογραφία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CE%B8%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1

Chicago

"λιθογραφία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CE%B8%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λιθογραφία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CE%B8%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}