λιμοκτονία
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
λιμοκτονία
Where it comes from
λιμοκτονία < αρχαία ελληνική < λιμός + -κτονία (< κτείνω)
noun λιμοκτονία · λιμοκτονίες · λιμοκτονίας · λιμοκτονιών
- το να πεθαίνει κάποιος από την πείνα· αναφέρεται σε άτομα ή σε πληθυσμούς ※ Ο Μεγάλος Λιμός ή «Γολοντομόρ» στα ουκρανικά, αναφέρεται «στην εξόντωση μέσω λιμοκτονίας» αγροτών που συνέβη το 1932 και το 1933 από το σοβιετικό καθεστώς με αποτέλεσμα να υπάρξουν πολλά εκατομμύρια θάνατοι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις ιστορικών (Ουκρανία: Ρωσικές κατοχικές αρχές ξήλωσαν μνημείο στη
Talk about this word "λιμοκτονία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CF%84%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. λιμοκτονία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CF%84%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%B1 "λιμοκτονία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CF%84%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {λιμοκτονία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CF%84%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}