λιπαρός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
λιπαρός¹
- li.paˈɾos
Where it comes from
λιπαρός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λιπαρός < λίπ(ος) + -αρός < επίρρημα λίπα & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική matière grasse ή από την αγγλική fat
adjective λιπαρός · λιπαρή · λιπαρό · λιπαρού · λιπαρής
- που περιέχει λίπος ※ Η ελιά είναι ο σβέρκος ή αλλιώς ο λαιμός του βόειου. Αρκετά λιπαρό και μαλακό κομμάτι το οποίο μπορεί να μαγειρευτεί με ή χωρίς κόκκαλο, σε σιγανή φωτιά (από ιστοσελίδα σουπερμάρκετ, ανάκτηση στις 9/3/2026)
- αυτός που προκαλεί την αίσθηση (οπτικά ή στην αφή ή στη γεύση) ότι περιέχει λίπος ή κάτι σαν λίπος
- για τη σημασία «πλούσιος», καθαρεύουσα αρχαία ελληνική λιπαρός ※ ἀγνοοῦντες πρὸς ποίας ἔπλεον ὄχθας εἰς ἀναζήτησιν μαρτυρικοῦ στεφάνου ἢ λιπαροῦ μοναστηρίου
Λιπαρός²
Where it comes from
Λιπαρός < λιπαρός
proper noun Λιπαρός · Λιπαροί · Λιπαρού · Λιπαρών · Λιπαρό · Λιπαρούς
- ανδρικό επώνυμο
In English
- unctuous of a liquid, etc.: having the nature or properties of an unguent or ointment — s
Talk about this word "λιπαρός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CF%80%CE%B1%CF%81%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. λιπαρός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CF%80%CE%B1%CF%81%CF%8C%CF%82 "λιπαρός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CF%80%CE%B1%CF%81%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {λιπαρός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CF%80%CE%B1%CF%81%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}