λιποτακτώ

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

λιποτακτώ

Where it comes from

λιποτακτώ < (ελληνιστική κοινή) λιποτακτῶ

verb λιποτακτώ

  1. για στρατιώτες ή γενικά όσους υπηρετούν σε σώματα ασφαλείας εγκαταλείπω τη μονάδα μου ※ οι δικοί του τον θυμούνται ... ως τον υπαίτιο της οικονομικής δυστυχίας τους, σαν να έβαλε αυτογκόλ σε δυο κρίσιμους ποδοσφαιρικούς τελικούς: επί Δικτατορίας, που δεν αξιοποίησε την εύνοια της Χούντας που τον στράτευσε στην παντοδύναμη ΕΣΑ και αυτός λιποτάκτησε, και επί Δημοκρατίας, που δεν αξιοπο
  2. εγκαταλείπω τη μάχη
  3. general, γενικότερα εγκαταλείπω έναν αγώνα, μια δύσκολη προσπάθεια

In English

  • desert to leave military service

Talk about this word

Cite this
MLA

"λιποτακτώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

λιποτακτώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CF%8E

Chicago

"λιποτακτώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λιποτακτώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CF%8E},
  urldate = {2026-11-07}
}