λιποτακτώ
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
λιποτακτώ
Where it comes from
λιποτακτώ < (ελληνιστική κοινή) λιποτακτῶ
verb λιποτακτώ
- εγκαταλείπω τη μονάδα μου ※ οι δικοί του τον θυμούνται ... ως τον υπαίτιο της οικονομικής δυστυχίας τους, σαν να έβαλε αυτογκόλ σε δυο κρίσιμους ποδοσφαιρικούς τελικούς: επί Δικτατορίας, που δεν αξιοποίησε την εύνοια της Χούντας που τον στράτευσε στην παντοδύναμη ΕΣΑ και αυτός λιποτάκτησε, και επί Δημοκρατίας, που δεν αξιοπο
- εγκαταλείπω τη μάχη
- εγκαταλείπω έναν αγώνα, μια δύσκολη προσπάθεια
In English
- desert to leave military service
Talk about this word "λιποτακτώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026. λιποτακτώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CF%8E "λιποτακτώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CF%8E.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {λιποτακτώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CF%8E},
urldate = {2026-11-07}
}