λιτότητα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

λιτότητα

  • liˈto.ti.ta

Where it comes from

λιτότητα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λιτότης < λιτός

noun λιτότητα · λιτότητες · λιτότητας · λιτοτήτων

  1. η ιδιότητα του λιτού, το να αρκείται κανείς σε λίγα οι Λακεδαιμόνιοι ήταν γνωστοί για τη λιτότητα της ζωής τους
  2. ο περιορισμός των εξόδων προϋπολογισμό λιτότητας καταρτίζει η νέα κυβέρνηση
  3. η ιδιότητα του λιτού, η απλότητα το κείμενο χαρακτηρίζει η λιτότητα των εκφραστικών μέσων
  4. literary, λογοτεχνικό το σχήμα λόγου, με το οποίο, αντί να δηλωθεί η έντονη κατάφαση, εκφράζεται η αντίθετή της άρνηση Με το σχήμα λιτότητας λέμε «Δεν είναι πολύ γενναίος», αντί να πούμε «είναι δειλός»

In English

  • litotes rhetoric: stating a point by denying its opposite
  • simplicity freedom from artificial ornament, pretentious style, or luxury
  • thrift characteristic of using a minimum of something
  • austerity policy of deficit-cutting: reduce spending and/or raise taxes
  • frugality quality of being frugal; prudent economy; thrift

Talk about this word

Cite this
MLA

"λιτότητα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CF%84%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

λιτότητα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CF%84%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1

Chicago

"λιτότητα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CF%84%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λιτότητα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CF%84%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}