λιτότητα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
λιτότητα
- liˈto.ti.ta
Where it comes from
λιτότητα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λιτότης < λιτός
noun λιτότητα · λιτότητες · λιτότητας · λιτοτήτων
- η ιδιότητα του λιτού, το να αρκείται κανείς σε λίγα οι Λακεδαιμόνιοι ήταν γνωστοί για τη λιτότητα της ζωής τους
- ο περιορισμός των εξόδων προϋπολογισμό λιτότητας καταρτίζει η νέα κυβέρνηση
- η ιδιότητα του λιτού, η απλότητα το κείμενο χαρακτηρίζει η λιτότητα των εκφραστικών μέσων
- το σχήμα λόγου, με το οποίο, αντί να δηλωθεί η έντονη κατάφαση, εκφράζεται η αντίθετή της άρνηση Με το σχήμα λιτότητας λέμε «Δεν είναι πολύ γενναίος», αντί να πούμε «είναι δειλός»
In English
- litotes rhetoric: stating a point by denying its opposite
- simplicity freedom from artificial ornament, pretentious style, or luxury
- thrift characteristic of using a minimum of something
- austerity policy of deficit-cutting: reduce spending and/or raise taxes
- frugality quality of being frugal; prudent economy; thrift
Talk about this word "λιτότητα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CF%84%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. λιτότητα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CF%84%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1 "λιτότητα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CF%84%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {λιτότητα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CF%84%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}