מיקווין

λογάριθμος

Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

λογάριθμος

  • loˈɣa.ɾi.θmos

מאיפה זה בא

λογάριθμος < λόγιο ενδογενές δάνειο: νεολατινική logarithm < αρχαία ελληνική λόγος + ἀριθμός

שם עצם λογάριθμος · λογάριθμοι · λογάριθμου · λογαρίθμου · λογάριθμων · λογαρίθμων

  1. μαθηματικά μέθοδος παρουσίασης και ορισμού ενός αριθμού όπου λογάριθμος είναι o εκθέτης ή δύναμη στην οποία πρέπει να υψωθεί ένας άλλος αριθμός που είναι η βάση μας, για να πάρουμε ως αποτέλεσμα τον ζητούμενο αριθμό Παράδειγμα: Έχουμε συγκεκριμένο αριθμό ως βάση το 10. Γυρεύουμε το 1.000. Ο λογάριθμος που χρειαζόμαστε είναι το 3: 10³ = 10x10x10 = 1.000

דומה: λογαριθμική συνάρτηση

מילים נרדפות והפכים

באנגלית

  • logarithm The power to which a given base number must be raised in order to obtain a given

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"λογάριθμος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%B8%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

λογάριθμος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%B8%CE%BC%CE%BF%CF%82

Chicago

"λογάριθμος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%B8%CE%BC%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λογάριθμος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%B8%CE%BC%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}