λογικός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
λογικός
Where it comes from
λογικός < αρχαία ελληνική λογικός < λόγος
adjective λογικός · λογική · λογικό · λογικού · λογικής
- που αναφέρεται στο λόγο, τη λογική, την ικανότητα του νου να σκέφτεται και να καταλήγει σε συμπεράσματα η λογική ικανότητα του ανθρώπου
- που διαθέτει λογική ο άνθρωπος είναι λογικό ον
- που συμφωνεί με τη λογική, τον ορθό λόγο μια λογική σκέψη, ένα λογικό συμπέρασμα
- που ενεργεί με σύνεση ο Γιάννης είναι λογικός άνθρωπος, δε θα έκανε τέτοια τρέλα
- μέτριος, όχι υπερβολικός θέλω να νοικιάσω ένα διαμέρισμα σε λογική τιμή
-
logical, logic: κάτι που δεν υπάρχει στην πραγματικότητα, αλλά παρουσιάζεται και διαμορφώνεται έτσι ώστε να εξυπηρετεί κάποιο σκοπό. Ανάλογα με το κείμενο θα μπορούσε να είναι: το εικονικό, το ιδεατό, το τεχνητό
Opposite: φυσικός
Opposite: αλόγιστος
Thesaurus
adjective
Opposite: αλόγιστος
In English
- reasonable just; fair; agreeable to reason
Talk about this word "λογικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. λογικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "λογικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {λογικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}