λογικός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

λογικός

Where it comes from

λογικός < αρχαία ελληνική λογικός < λόγος

adjective λογικός · λογική · λογικό · λογικού · λογικής

  1. που αναφέρεται στο λόγο, τη λογική, την ικανότητα του νου να σκέφτεται και να καταλήγει σε συμπεράσματα η λογική ικανότητα του ανθρώπου
  2. που διαθέτει λογική ο άνθρωπος είναι λογικό ον
  3. που συμφωνεί με τη λογική, τον ορθό λόγο μια λογική σκέψη, ένα λογικό συμπέρασμα
  4. που ενεργεί με σύνεση ο Γιάννης είναι λογικός άνθρωπος, δε θα έκανε τέτοια τρέλα
  5. μέτριος, όχι υπερβολικός θέλω να νοικιάσω ένα διαμέρισμα σε λογική τιμή
  6. πληροφορική logical, logic: κάτι που δεν υπάρχει στην πραγματικότητα, αλλά παρουσιάζεται και διαμορφώνεται έτσι ώστε να εξυπηρετεί κάποιο σκοπό. Ανάλογα με το κείμενο θα μπορούσε να είναι: το εικονικό, το ιδεατό, το τεχνητό

    Opposite: φυσικός

Opposite: αλόγιστος

Thesaurus

adjective

Opposite: αλόγιστος

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"λογικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

λογικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"λογικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λογικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}