λογιστική
Ελληνικά
AI आसान शब्दों में
एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…
नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।
λογιστική
यह कहाँ से आया
λογιστική < → λείπει η ετυμολογία
संज्ञा λογιστική · λογιστικής
- ο κλάδος που εντοπίζει, καταχωρεί, επεξεργάζεται και παρουσιάζει τα οικονομικά γεγονότα οικονομικών μονάδων και στη συνέχεια συντάσσει και αξιολογεί σχετικές αναφορές ※ Η λογιστική περιλαμβάνει την καταστιχογραφία, αλλά εκτείνεται πέραν αυτής με την ανάπτυξη προτύπων, την υιοθέτηση Αρχών και την ανάλυση σύνθετων γεγονότων
विशेषण λογιστική · λογιστικής
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λογιστικός
अंग्रेज़ी में
- accountancy the profession of accounting
- accounting development and maintenance of system for recording and analyzing financial tran
- bookkeeping skill of keeping records of financial transactions
इस शब्द पर बात करें "λογιστική." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE. Accessed 6 Nov. 2026. λογιστική. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE "λογιστική." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE.उद्धृत करें
@misc{micwyn_2026,
title = {λογιστική},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE},
urldate = {2026-11-06}
}