λογοκρισία

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

λογοκρισία

  • lo.ɣo.kɾiˈsi.a

Where it comes from

λογοκρισία < λογο- (< λόγος) + -κρισία (< κρίνω) ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική censure)

:: Η λέξη μαρτυρείται από το 1826

noun λογοκρισία · λογοκρισίες · λογοκρισίας · λογοκρισιών

  1. ο έλεγχος που ασκείται από κάποια εξουσία στις διάφορες εκφάνσεις του λόγου (κυρίως στα ΜΜΕ) και της τέχνης, με απώτερο στόχο την παρεμπόδιση ανταλλαγής πληροφοριών, ιδεών και απόψεων, οι οποίες είναι αντίθετες προς τις αρχές της εξουσίας ※ Το νέο περιστατικό λογοκρισίας και σκοταδισμού, παρόμοιο με αυτό που συνέβη μόλις πριν από μερικούς μήνες, όταν δασκάλα, δέχθηκε την επίπληξη από διευθύντριά της για τη διδασκαλία του «Κεμάλ» του Μάνου Χατζηδάκι μετά από διαμαρτυρία γονέα για ισλαμική προπαγάνδα, καταγράφηκε σε σχολική γιορτή στον
  2. general, γενικότερα η παρέμβαση που περιορίζει την πνευματική δράση κάποιου
  3. figuratively, συνεκδοχικά το σύνολο των ανθρώπων που λογοκρίνουν, των λογοκριτών

In English

  • censorship use of state or group power to control freedom of expression
  • redaction the process of editing or censoring

Talk about this word

Cite this
MLA

"λογοκρισία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

λογοκρισία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%AF%CE%B1

Chicago

"λογοκρισία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λογοκρισία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}