λοστός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
λοστός
- loˈstos
Where it comes from
λοστός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λοστός < αρχαία ελληνική λοῖσθος (στη σημασία: 'κοντάρι πλοίου')
noun λοστός · λοστοί · λοστού · λοστών · λοστό · λοστούς
- ο σιδερένιος μοχλός, το εργαλείο για τη μετακίνηση βαριών αντικειμένων ※ λοστοί, ρασκέτες, φτυάρια περνοῦν ἀπό χέρι σέ χέρι μέ ἀστραπιαία βία καί χειρίζονται μέ πεῖρα καί γρηγοράδα, ἐνῷ ἄγριες σάν πολεμικές ἰαχές, σχεδόν πρωτόγονες, ἀκούγονται ν'ανεβαίνουν ἀπό τή γραδελάδα στήν κουβέρτα. (Κωνσταντίνος Χαρ. Κουλιανός, Υγρά Κύθηρα (διηγήματα), εκδ. Μαυρίδη, 2008, σελ. 18
Similar: λοστάρι
Thesaurus
noun
Similar: λοστάρι
In English
Talk about this word "λοστός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. λοστός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%82 "λοστός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {λοστός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}