λουκάνικο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
λουκάνικο
- luˈka.ni.ko
Where it comes from
λουκάνικο < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή λουκάνικον < λατινική lucanicum / lucanica: είδος αλλαντικού των Lucani (λαός της Κάτω Ιταλίας) < Lucanus < Luca (πόλη της Ετρουρίας)
noun λουκάνικο · λουκάνικα · λουκάνικου · λουκάνικων
- φαγώσιμο από χοιρινό ή βοδινό κρέας, ψιλοκομμένο και γεμισμένο με καρυκεύματα, σε σχήμα κυλινδρικό ※ Σε όλη την Ελλάδα το σπετζοφάι το φτιάχνουν με νόστιμα χωριάτικα λουκάνικα. Στο Πήλιο όμως, εκεί όπου γεννήθηκε η συνταγή, εκτός από λουκάνικα χρησιμοποιούν και μοσχαρίσιο ή χοιρινό κρέας. (Βαγγέλης Δρίσκας, Chef στην κουζίνα σας. Κλασική μαγειρική του αύριο, 2022, εκδ. Πατάκης, σελ. 25)
- κυλινδρικός υφασμάτινος σάκος που συνήθως χρησιμοποιείται από στρατιώτες
In English
- sausage a food made of minced meat packed into a tubular casing
- duffel bag large duffel cloth bag used to carry personal gear
Talk about this word "λουκάνικο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%AC%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. λουκάνικο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%AC%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF "λουκάνικο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%AC%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {λουκάνικο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%AC%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}