λουλούδι
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
λουλούδι
- luˈlu.ði
Where it comes from
λουλούδι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λουλούδι(ν) <
:: < είτε αλβανική lule + -ούδι μέσω των αρβανίτικων < παλαιοαλβανικά *lulā
:: < είτε λατινική lili(um) (κρίνος) + -ούδι με ανομοίωση φωνηέντων [i] [i] < [u] [u] σε υποθετικό τύπο *λίλιον
noun λουλούδι · λουλούδια · λουλουδιού · λουλουδιών
- το μέρος του φυτού που περιλαμβάνει τα όργανα αναπαραγωγής του, τα πέταλα και σέπαλα και στο οποίο αναπτύσσεται ο καρπός μετά τη γονιμοποίηση, το άνθος Η τριανταφυλλιά έβγαλε τα πρώτα της λουλούδια.
- ανθοφόρο φυτό φυτεύω λουλούδια
- αθώος, απονήρευτος
- πονηρός, ανήθικος
Similar: άνθι ανθί, άνθος ανθός
Thesaurus
noun
Similar: άνθι ανθί, άνθος ανθός
In English
- flower reproductive structure in angiosperms
Talk about this word "λουλούδι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. λουλούδι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B9 "λουλούδι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {λουλούδι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}