믹윈

λουρίδα

Ελληνικά · 유의어·반의어

AI 쉬운 말로

짧은 설명을 쓰는 중…

아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.

λουρίδα¹

  • luˈɾi.ða

어원

λουρίδα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή *λωρίς (< ελληνιστική κοινή λῶρος → δείτε λουρί), από την αιτιατική «τὴν λωρ-ίδα» και με ανύψωση [o > u] από επίδραση του λάμβδα [l] ή κατά το συγγενές λουρί· λόγια επίδραση με βάση την ελληνιστική κοινή λῶρος

명사 λουρίδα · λουρίδες · λουρίδας · λουρίδων

  1. familiar, προφορικό λωρίδα, στενόμακρη περιοχή ή τμήμα ενός μεγαλύτερου συνόλου
  2. vulgar, ενδυμασία, λαϊκό δερμάτινη ανδρική ζώνη

    비슷한 말: ζωστήρας

Λουρίδα²

어원

Λουρίδα < → λείπει η ετυμολογία

고유 명사 Λουρίδα · Lourida

  1. γυναικείο επώνυμο

영어로

  • strap a long, narrow, pliable strip of leather, cloth, or the like

이 단어에 대해 이야기하기

인용하기
MLA

"λουρίδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

λουρίδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B1

Chicago

"λουρίδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λουρίδα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}