λούζομαι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
λούζομαι
Where it comes from
λούζομαι < παθητική φωνή του ρήματος λούζω
verb λούζομαι · λουζόμουν · λουστώ · λούστηκα · λουσμένος
- λούζω τα μαλλιά μου ※ Ἀπ’ ὅλα τὰ παιδιὰ ὁ Πάνος χαίρεται περισσότερο τὸ νερό. Αὐτὸς κάθεται στὴ βρύση ἀπὸ κάτω μὲ τὸ κορμὶ γδυτὸ καὶ λούζεται. (Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Τα ψηλά βουνά, 1918)
- υπομένω κάποιον ή κάτι ενοχλητικό ※ Και γιατί να βοηθήσεις; Εμείς φταίμε για όλα. Και έτσι που τα κάμαμε, ας κάτσουμε να τα λουστούμε. (Γωγώ Ατζολετάκη, Η φίλη σου, Ροζαλία, εκδ. Ιωλκός, 2015, σελ. 141)
- περιβάλλομαι ※ Ολόγυρα προβαίνανε της αγέραστης Ιωνίας τα βουνά καλογραμμένα, το ένα πίσω από τ’ άλλο, το άλλο ψηλότερο από τ’ άλλο, ώσπου κατέβαιναν σε ακρωτήρια ήμερα και λούζονταν στα ξάστερα νερά. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Παλιές Αγάπες, Η Σμυρνιά, 1900)
In English
- bathe to clean oneself with water
Talk about this word "λούζομαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B6%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. λούζομαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B6%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9 "λούζομαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B6%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {λούζομαι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B6%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}