Λούκρα
Ελληνικά
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
Λούκρα
Από πού έρχεται
Λούκρα < → λείπει η ετυμολογία
κύριο όνομα Λούκρα · Λούκρας · Loukra
- γυναικείο επώνυμο
Συζήτησε αυτή τη λέξη "Λούκρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. Λούκρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CF%81%CE%B1 "Λούκρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CF%81%CE%B1.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {Λούκρα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CF%81%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}