λυπάμαι
Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
λυπάμαι
- liˈpa.me
מאיפה זה בא
λυπάμαι, παθητική φωνή του λυπώ
פועל λυπάμαι · λυπούμαι · λυπόμουν · α · λυπήθηκα · λυπημένος
-
αισθάνομαι λύπη
דומה: στεναχωριέμαι, θλίβομαι
-
αισθάνομαι λύπη, συμπόνια και οίκτο για κάποιον
※ Τον βαρούσε μ' ένα χοντρό ματσούκι, ένα κλαδί που 'χε πάντα μαζί του, κι ο Χάρης ζητούσε να τον λυπηθεί κι έσκουζε σα ζώο. (Νίκος Α. Μάντης, Πέτρα - Ψαλίδι - Χαρτί, εκδόσεις Καστανιώτη, 2014)
דומה: σπλαχνίζομαι, συμπονώ
- υπολογίζω κάτι, με νοιάζει δε λυπάσαι το νερό κι αφήνεις τη βρύση να τρέχει;
-
δεν ξοδεύω
דומה: τσιγκουνεύομαι
באנגלית
- pity to feel pity for someone or something
לדבר על המילה הזו "λυπάμαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%85%CF%80%CE%AC%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. λυπάμαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%85%CF%80%CE%AC%CE%BC%CE%B1%CE%B9 "λυπάμαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%85%CF%80%CE%AC%CE%BC%CE%B1%CE%B9.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {λυπάμαι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%85%CF%80%CE%AC%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}