λωτός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

λωτός¹

  • loˈtos

Where it comes from

λωτός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λωτός, νεολατινική lotus < αρχαία ελληνική λωτός

noun λωτός · λωτοί · λωτού · λωτών · λωτό · λωτούς

  1. φυτό γένος Lotus των ψυχανθών που περιλαμβάνει περίπου 100 ποώδη ή θαμνώδη πολύ διαδεδομένα φυτά, με κίτρινα (κυρίως), κόκκινα ή λευκά άνθη
  2. φρούτο ο καρπός του φυτού Diospyros lotus, και γενικά όλων των ειδών του γένους Diospyros, ο οποίος έχει σχεδόν σφαιρικό σχήμα, πορτοκαλί έως κόκκινο χρώμα και στυφή γεύση, μόλις κοπεί από το δέντρο, αν αφεθεί μερικές μέρες, γίνεται γλυκός και ζουμερός
  3. ελληνική μυθολογία καρπός που κάνει όποιον τον φάει να περνά στον κόσμο της λησμονιάς και της ονειροπόλησης, αναφέρεται στην Οδύσσεια

Λωτός²

Where it comes from

Λωτός < λωτός

proper noun Λωτός · Λωτοί · Λωτού · Λωτών · Λωτό · Λωτούς

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"λωτός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%89%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

λωτός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%89%CF%84%CF%8C%CF%82

Chicago

"λωτός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%89%CF%84%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λωτός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%89%CF%84%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}