λόγω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

λόγω

  • ˈlo.ɣo

Where it comes from

λόγω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λόγῳ, (δοτική) του ουσιαστικού λόγος

:* για τη σημασία «εξαιτίας» < του ουσιαστικού λόγος στη σημασία: αιτία & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική en raison de

:* για τη σημασία «με λόγια» < του ουσιαστικού λόγος στη σημασία: ομιλία, λόγια

preposition λόγω

  1. formal, λόγιο εξαιτίας (συντάσσεται με γενική και δηλώνει αιτία) κλειστό λόγω διακοπών

Similar: αφού, εξαιτίας, επειδή, γιατί, διότι, καθώς

adverb λόγω

  1. formal, λόγιο με λόγια, στα λόγια Θα σας υποστηρίξουμε λόγω και έργω.

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"λόγω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

λόγω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CF%89

Chicago

"λόγω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λόγω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CF%89},
  urldate = {2026-11-06}
}