λόφος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

λόφος¹

  • ˈlo.fos

Where it comes from

λόφος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λόφος

noun λόφος · λόφοι · λόφου · λόφων · λόφο · λόφους

  1. γεωγραφία ύψωμα χαμηλότερο από βουνό, με ύψος μικρότερο των 300 μέτρων ※ στους λόφους του Βοσπόρου δεν υπάρχουν ελιές, ενώ τα κωνοφόρα είναι λιγοστά. Τους σκεπάζει ένα πυκνό χαλί από δέντρα όλων των ειδών. Βελανιδιές, καστανιές, συκιές, οξιές, λεύκες, μανόλιες, φτελιές, και φλαμουριές σκεπάζουν τους λόφους και τις κοιλάδες φτάνοντας μέχρι το νερό (Αλέξανδρος Μασσαβέτας

Λόφος²

  • ˈlo.fos

Where it comes from

Λόφος < λόφος

proper noun Λόφος · Λόφοι · Λόφου · Λόφων · Λόφο · Λόφους

  1. ονομασία οικισμών της Ελλάδας

In English

  • hill elevated location

Talk about this word

Cite this
MLA

"λόφος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%8C%CF%86%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

λόφος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%8C%CF%86%CE%BF%CF%82

Chicago

"λόφος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%8C%CF%86%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λόφος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%8C%CF%86%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}